ἄσβεστος

ἄσβεστος
Grammatical information: adj.
Meaning: `unquenchable, unextinguishable' (Il.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Verbal adj. of σβέννυμι. As subst. either of unslaked lime (τίτανος) or of an unknown combustible mineral. Never `asbest' (= ἀμίαντος). Diels KZ 47, 203ff.
Page in Frisk: 1,160

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄσβεστος — unquenchable masc nom sg ἄσβεστος unquenchable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσβεστος — Χημική ουσία που είναι γνωστή στο εμπόριο ως σβησμένος ασβέστης και χρησιμοποιείται στην τοιχοποιία ως συνδετικό υλικό. Διακρίνεται στον αεροπαγή ά., που μπορεί να γίνεται συμπαγής και να σταθεροποιηθεί το κονίαμα με την επίδραση του αέρα, και… …   Dictionary of Greek

  • άσβεστος — η βλ. ασβέστης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἄσβεστος γέλως. — ἄσβεστος γέλως. См. Гомерический смех …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἄσβεστον — ἄσβεστος unquenchable masc acc sg ἄσβεστος unquenchable neut nom/voc/acc sg ἄσβεστος unquenchable masc/fem acc sg ἄσβεστος unquenchable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστων — ἄσβεστος unquenchable fem gen pl ἄσβεστος unquenchable masc/neut gen pl ἄσβεστος unquenchable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστοιο — ἄσβεστος unquenchable masc/neut gen sg (epic) ἄσβεστος unquenchable masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστοις — ἄσβεστος unquenchable masc/neut dat pl ἄσβεστος unquenchable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστου — ἄσβεστος unquenchable masc/neut gen sg ἄσβεστος unquenchable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστους — ἄσβεστος unquenchable masc acc pl ἄσβεστος unquenchable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσβέστῳ — ἄσβεστος unquenchable masc/neut dat sg ἄσβεστος unquenchable masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.